Συνοπτικά

Κοινό Όνομα: Ελιά

Επιστημονικό Όνομα: Olea europaea

Κατηγορία: Αειθαλές δέντρο

Μέγιστο Ύψος: 10 m

Μέγιστο Πλάτος: 10 m

Ρυθμός ανάπτυξης: μέτριος

Απαιτήσεις σε έδαφος: πολύ μεγάλη προσαρμοστικότητα αλλά προτιμά τα βαθιά αμμοπηλώδη με καλή στράγγιση. 

pH εδάφους: 6,5 - 8 

Απαιτήσεις σε νερό: μέτριες

Αντοχή σε ξηρασία: μεγάλη

Αντοχή στο ψύχος:  -12ο C (υπάρχουν ποικιλίες με διαφορετική ευπάθεια στο κρύο)

Έκθεση στον ήλιο: πλήρης

Περίοδος ανθοφορίας: ανάλογα με την περιοχή από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο για 15 ημέρες περίπου. 

Περίοδος Συγκομιδής: εξαρτάται από την ποικιλία κυμαίνεται από Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο.

Κλάδευμα: για διαμόρφωση του δέντρου αλλά  και κλάδευμα καρποφορίας μετά την συγκομιδή.

Ασθένειες: Κυκλοκόνιο, Βερτιτσιλίωση, καρκίνος. 

Εχθροί : ο δάκος, ο πυρηνοτρήτης, το λεκάνιο,  η μαργαρόνια, oασπιδιωτός, η παρλατόρια, η καλόκορις και από τα παραμορφωτικά ακάρεα αυτά της οικογένειας Eriophyidae.


Αναλυτικά

Κοινή Ονομασία: Ελιά

Επιστημονική Ονομασία: Olea europaea

Κατηγορία είδους :Αειθαλές δέντρο

Περιγραφή: πρόκειται για ένα αιωνόβιο, αειθαλές δέντρο που κατάγεται από την ανατολική μεσόγειο. Το ύψος του μπορεί να ξεπεράσει τα 10 μέτρα. Εξαρτάται δε, από τις εδαφοκλιματικές συνθήκες καθώς και από την εκάστοτε ποικιλία.  

Συνθήκες ανάπτυξης: Προσαρμόζεται εύκολα στους περισσότερους τύπους εδαφών. Μπορεί να καλλιεργηθεί έως και σε πετρώδη εδάφη αρκεί να υπάρχουν ρωγμές από τις οποίες θα διεισδύσει το ριζικό σύστημα. Τις καλύτερες αποδόσεις παρουσιάζει σε βαθιά αμμοπηλώδη εδάφη με καλή στράγγιση και επαρκή υγρασία. Το άριστο pH του εδάφους για την ελιά κυμαίνεται μεταξύ 6,5 και 8. Άνω του 8,5 η καλλιέργεια της ελιάς δεν είναι εφικτή. Σε εδάφη με πολύ όξινο έδαφος κάτω του 6 η ανάπτυξη των ελαιοδέντρων είναι ιδιαίτερα περιορισμένη λόγω αδυναμίας τους να προσλάβουν τα θρεπτικά στοιχεία. Εδάφη που παραμένουν διαρκώς υγρά με κακή στράγγιση θεωρούνται ακατάλληλα για την καλλιέργεια της ελιάς. 

Ανθοφορία – Καρποφορία: Τα άνθη της ελιάς σχηματίζονται σε βοτρυώδεις ταξιανθίες ((Βότρυς = τσαμπί από σταφύλια) τις οποίες συναντάμε σε βλαστούς που διανύουν το δεύτερο έτος της ηλικίας τους.  Η άνθιση σε περιοχές με ήπιο κλήμα αρχίζει τον Απρίλιο ενώ στις βορειότερες περιοχές με ψυχρότερο κλίμα ξεκινά αρχές με μέσα Ιουνίου. Η περίοδος ανθοφορίας είναι σύντομη και η διάρκεια της κατά προσέγγιση είναι 15 ημέρες. Τόσο η έναρξη όσο και η διάρκεια της ανθοφορίας επηρεάζονται από τις καιρικές συνθήκες. Η γονιμοποίηση των ανθέων γίνεται με τον άνεμο. Η περίοδος ωρίμανσης των καρπών και μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την ποικιλία. Οι περισσότερες ποικιλίες ωριμάζουν κατά τον μήνα Νοέμβριο. Η καρποφορία στην ελιά ξεκινά το 3ο με 4ο έτος δίνοντας όμως μόνο κάποια δείγματα καθώς δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη πλήρως σε δέντρο. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ

Κλαδεύματα: Υπάρχει το κλάδευμα διαμόρφωσης όπου τα νεαρά δέντρα θα πρέπει να κλαδεύονται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτήσουν το επιθυμητό μέγεθος και σχήμα στον καλύτερο δυνατό χρόνο.  Το αυστηρό κλάδευμα καθυστερεί την είσοδο των νεαρών δέντρων στην καρποφορία. Υπάρχει και το κλάδευμα καρποφορίας κατά το οποίο θα πρέπει να εξασφαλίζεται μια κανονική καρποφορία και η δημιουργία μιας μέτριας ετήσιας βλάστησης πάνω στην οποία θα δημιουργηθούν οι καρποί της επόμενης χρονιάς. Σε περιοχές με ήπιο χειμώνα το κλάδευμα μπορεί να γίνει αμέσως μετά την συγκομιδή ενώ σε ψυχρότερα κλίματα συνίσταται να πραγματοποιείται τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ

Σχήματα διαμόρφωσης: Τα δέντρα της ελιάς συνηθίζεται να διαμορφώνονται είτε ως χαμηλό ελεύθερο κύπελλο είτε ως ελεύθερος θάμνος. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ

Λίπανση: Η προσθήκη λιπασμάτων στην καλλιέργεια της ελιάς θα πρέπει να γίνεται βάσει ορισμένων παραμέτρων  όπως: η απόδοση του ελαιώνα , η ανάλυση δειγμάτων εδάφους , η φυλλοδιαγνωστική και η εμπειρική παρατήρηση της κατάστασης των δέντρων. Η αλόγιστη χρήση λιπασμάτων συντελεί στην μείωση του κέρδους καθώς αυξάνουμε τα έξοδα της καλλιέργειας (χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο) αλλά και αποτελεί σοβαρό κίνδυνο στο να προκαλέσουμε διαταραχή στην θρέψη των δέντρων λόγω υπερβολικής λίπανσης που μπορεί να τα οδηγήσει μέχρι και στο θάνατο (αποξήρανση χωρίς την ικανότητα να αναβλαστήσουν).   Τα στοιχεία που είναι πολύ σημαντικά για την καλλιέργεια της ελιάς καθώς επηρεάζουν την απόδοση του ελαιώνα είναι το άζωτο, ο φώσφορος, το κάλιο και το ιχνοστοιχείο βόριο.   Η χρήση των λιπασμάτων θα πρέπει να γίνεται βάσει των παραμέτρων που αναφέρθηκαν αφού πρώτα συμβουλευτούμε έναν έμπειρο (πάνω στην θρέψη της ελιάς)  γεωπόνο.  

Εχθροί: Για να θεωρήσουμε κάποιο έντομο εχθρό της καλλιέργειας μας θα πρέπει να βεβαιωθούμε ότι η προσβολή του προκαλεί οικονομική ζημία ή δύναται να προκαλέσει οικονομική ζημία η οποία είναι μεγαλύτερη ή ίση με το κόστος αντιμετώπισής της (εφαρμογή φυτοφαρμάκων κ.λ.π.). Μερικοί από τους βασικότερους εχθρούς της ελιάς είναι ο δάκος (Dacus oleae), ο πυρηνοτρήτης (Prays oleae), το λεκάνιο (Saissetia oleae),  η μαργαρόνια (Palpitaunionalis), oασπιδιωτός (Aspidiotus nerii), η παρλατόρια (Parlatoria oleae), η καλόκορις (Calocoristrivialis Costa) και από τα παραμορφωτικά ακάρεα αυτά της οικογένειας Eriophyidae. 

Ασθένειες: Από τις ασθένειες της ελιάς αυτές που προκαλούν τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι το κυκλοκόνιο (Cycloconium oleaginum), η βερτισιλλίωση (Verticillium dahliae) σε ορισμένες ποικιλίες ελιάς, ο καρκίνος (Pseudomonas savastanoi) (ορισμένες ποικιλίες παρουσιάζουν ευπάθεια όπως η κορωνέικη), το γλοιοσπόριο (Gloeosporium olivarum) και η καπνιά (Capnodium oleae Perisporiaceae) η οποία είναι δευτερογενής προσβολή εξαιτίας της ύπαρξης  είτε κοκκοειδών εντόμων είτε της ψύλλας της ελιάς στον ελαιώνα μας. 

 

Βιβλιογραφία:

Ρούμπος, Α. 2000. Μαθήματα Ελαιοκομίας  (Σημειώσεις). Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Θεσσαλονίκης. 


Διαθέσιμες ποικιλίες

Αγίου Όρους (Γαλάτιστας): ιδιαίτερα παραγωγική ποικιλία πιο πολύ από την χονδρολιά Χαλκιδικής αλλά λιγότερο από την Μεγάρων. Πρόκειται για πρώιμη ποικιλία καθώς στις συνθήκες της Βορείου Ελλάδος ωριμάζει τέλη Σεπτέμβρη με αρχές Οκτώβρη. Ο καρπός της αποκτά το τυπικό μαύρο χρώμα  και είναι μεγαλύτερος από αυτόν της Μεγαρείτικης. Πρόκειται για αυτογόνιμη ποικιλία με απόδοση σε έλαιο που φτάνει το 25%(5:1 έως 4:1). Είναι ανθεκτική στην βερτιτσιλλίωση. Κατάλληλη για τις βορειότερες περιοχές καθώς είναι ιδιαίτερα ανθεκτική στο ψύχος.

Αμφίσσης (Κονσερβολιά, Βολιώτικη): θωρείται ποικιλία παραγωγική με ανθεκτικότητα στο κρύο και μεγάλη ευαισθησία στην ασθένεια βερτιτσιλίωση. Ο καρπός της είναι αρκετά μεγάλος και κατά μέσο όρο ζυγίζει 5,7 gr. Χρησιμοποιείται κυρίως ως επιτραπέζια ποικιλία λόγω της εκλεκτής ποιότητας του καρπού της.  

Αρμπεκίνα (Arbequine): Πρόκειται για ισπανική ποικιλία που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ελαίου με περιεκτικότητα που μπορεί να φτάσει το 20%. Σε εμπορικούς ελαιώνες του εξωτερικού χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τις ποικιλίες Κορωνέικη και Αρμποσάνα για την παραγωγή ελαιολάδου εκλεκτής ποιότητας . Σύμφωνα με έρευνες που έχουν διεξαχθεί τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του ελαιολάδου αυτής της ποικιλίας είναι αρκετά υποδεεστέρα σε σχέση με αυτά της Κορωνέικης αλλά αναμειγνύονται για να δημιουργήσουν ελαιόλαδο πιο ‘ήπιας ‘ γεύσης*.  

*Πηγή: http://www.tharrosnews.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=21309

Εντόπια Χαλκιδικής: (Στρογγυλολιά, Γαλανή): Πρόκειται για παραγωγική ποικιλία (πιο παραγωγική από την Χονδρολιά Χαλκιδικής). Το μέγεθος του καρπού είναι μεγάλο και έχει μέσο βάρος 4,6 gr. Είναι ποικιλία ανεκτική στο ψύχος και χρησιμοποιείται κυρίως ως επιτραπέζια. Η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι είναι περί το 16%. 

Θασίτικη (θρουμπολιά): είναι απαιτητική σε υγρασία σε ξηροθερμικές περιοχές δεν καρποφορεί. Ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της είναι ότι κατά την ωρίμανση της χάνει ένα μέρος της υγρασίας της και την πικρή της γεύση (απομακρύνεται  η ελευρωπαΐνη).  Η περιεκτικότητα σε λάδι φτάνει το 28% (3,5:1). Θεωρείται αυτογόνιμη ποικιλία και χρησιμοποιείται και ως επιτραπέζια αλλά και για την παραγωγή λαδιού εκλεκτής ποιότητας. Θεωρείται παραγωγική ποικιλία κυρίως λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας του καρπού σε έλαιο.

Καλαμών:  Δέντρο μεγάλου μεγέθους  με ζωηρή ορθόκλαδη βλάστηση. Έχει μεγάλη αντοχή στην ξηρασία αλλά μεγάλες αποδόσεις παρουσιάζει σε εδάφη με επαρκή υγρασία. Θεωρείται αυτογόνιμη ποικιλία και η περιεκτικότητα του καρπού σε λάδι μπορεί να φτάσει  το 17% (5:1 με 6:1). Ο καρπός της θεωρείται ένας από τους πιο αξιόλογους για επιτραπέζια κατανάλωση . 

Κορωνέικη (Βάτσικη): Αρκετά μικρόκαρπη ποικιλία (μέσο βάρος καρπού 1,3 gr), ιδιαίτερα παραγωγική. Ιδιαίτερα ανθεκτική σε ανέμους και σε ξηροθερμικές συνθήκες. Χρησιμοποιείται για την παραγωγή ελαίου εκλεκτής ποιότητας με τα υψηλά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά συγκριτικά ανωτέρα με τις υπόλοιπες ελαιοποιήσιμες ποικιλίες. Συνίσταται σε περιοχές που δεν έχουν ιδιαίτερα ψυχρό κλίμα καθώς δεν είναι ανθεκτική στο ψύχος. Πρόκειται για αυτογόνιμη ποικιλία και η παραγωγή ελαίου στο καρπό της φτάνει το 27% (3,5:1).  Είναι ευπαθής στο καρκίνο (Pseudomonas savastanoi). 

Μανάκι (Kοθρέικη): Χρησιμοποιείται τόσο για παραγωγή ελαίου όσο και για επιτραπέζια κατανάλωση.  Έχει μεγάλη προσαρμοστικότητα σε άγονα εδάφη αλλά και ανθεκτικότητα στην ξηρασία, στους ανέμους και στο κρύο.  Μπορεί να καλλιεργηθεί σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο εκεί όπου η Αμφίσσης δεν αποδίδει ικανοποιητικά. Η περιεκτικότητα του καρπού σε έλαιο κυμαίνεται γύρω στο 20% (1:5 έως 1:4). 

Μαντζανίλλο: Ιδιαίτερα εύγευστος καρπός όσον αφορά την επιτραπέζια κατανάλωση. Είναι ποικιλία Ισπανικής Προέλευσης. Μεσαίου μεγέθους καρπός με έλαιο-περιεκτικότητα περί του 20%. Σε περιοχές με ήπιο χειμώνα ωριμάζει σχετικά πρώιμα τον Οκτώβριο. 

Μεγάρων: Ιδιαίτερα παραγωγική ποικιλία με μέτρια αντοχή στο κρύο. Χαρακτηριστικό αυτής της ποικιλίας είναι ότι παράγει ικανοποιητικά ακόμη και κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες.  Ο καρπός είναι μεσαίου μεγέθους με μέσο βάρος τα 4,2 gr. Χρησιμοποιείται τόσο για επιτραπέζια κατανάλωση όσο και για την παραγωγή ελαίου εκλεκτής ποιότητας. Η απόδοση του καρπού σε έλαιο είναι υψηλή και κυμαίνεται μεταξύ 3,5:1 έως 5:1.  Είναι μερικώς ευπαθής στη βερτιτσιλλίωση. 

Πικουάλ: Πρόκειται για μία παραγωγική ποικιλία Ισπανικής προέλευσης . Ο καρπός της χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή ελαίου.  Ευδοκιμεί σε ημιορεινές περιοχές καθώς έχει αντοχή στο ψύχος.  

Χονδρολιά Χαλκιδικής: Ιδιαίτερα ανθεκτική στο κρύο με μεγάλες απαιτήσεις σε χαμηλές θερμοκρασίες τον χειμώνα για την διαφοροποίηση των ανθοφόρων οφθαλμών. Πρόκειται για αυτόστειρη ποικιλία (χρειάζεται γυρεοδότρια ποικιλία για να καρποδέσει).  Ένα βασικό μειονέκτημα της είναι η εξάρτηση της καρποφορίας της από το μικροκλίμα της εκάστοτε περιοχής. Στην Χαλκιδική αποδίδει καλά στην πλειοψηφία των ελαιώνων αλλά σε άλλες περιοχές της Ελλάδος έχει αναφερθεί έως και πλήρης ακαρπία. Γενικότερα για την επιλογή της συγκεκριμένης ποικιλίας ,κριτήριο θα πρέπει να αποτελούν οι ελαιώνες της γύρω περιοχής που πρόκειται να γίνει η φύτευση. Εάν υπάρχουν ελαιόδεντρα της συγκεκριμένης ποικιλίας και καρποδένουν ικανοποιητικά τότε υπάρχει μία σχετική ασφάλεια για την επιλογή και φύτευση της.